Ανάληψη ευθύνης: Τινάζοντας το αναρχικό οικοδόμημα

Ανάληψη ευθύνης

Τινάζοντας το αναρχικό οικοδόμημα

Γιατί ο αγώνας φτάνει στο τέλος του;

Απολογισμός του εγχειρήματος, της γκρίνιας και της χολής, της λάσπης και της υπονόμευσης θα έλεγαν κάποιοι. Και όμως, γκρίνια στην γκρίνια, λάσπη στα σκατά, και σκατά στη λάσπη, κάποτε ίσως και ξελασπώσουμε. Τουλάχιστον τότε θα απευθυνόμαστε ο ένας στην άλλη, κι όλοι μεταξύ μας πιο ανθρώπινα κι όχι με όρους και λέξεις χωρίς πολιτικό περιεχόμενο και επιχειρήματα. Γιατί έτσι βλέπουν κάποιοι την συζήτηση και την πολιτική αντιπαράθεση, απευθυνόμενοι στην κριτική ως βόθρο και την συζήτηση ως λασπόλουτρο.

Βέβαια, κάποιοι από εμάς έχουν μεγαλύτερη ανοχή στον λασποπόλεμο από άλλους και άλλες, και κάποιες εμμονές και ιδεοληψίες τους περιορίζουν από το να ορίσουν τελικά ποιοί είμαστε εμείς και ποιοί δεν έχουν δουλειά ανάμεσα μας. Αλλά είναι νωρίς, ο χώρος στο υβριδικό και εμβρυακό στάδιο διαμόρφωσης του έχει αυτή την ανικανότητα να αυτοκαθαρίζεται. Σέρνει μαζί του μια δυό συμμορίες τραμπούκων, φασιστών, να του σκάβει το λάκκο σε κάθε πιθανό του βήμα. Και είναι εντελώς τυχαία η ύπαρξη και ο ρόλος αυτών και εντελώς τυχαία η ανάδειξη αυτών των συμμοριών από το κράτος, τα κόμματά του, και τα μέσα αντι/παρα-πληροφόρησης του στην κοινωνία. Εμείς οι αναρχικοί, αν όντως είμαστε, είμαστε αυτοί μαζί με όλες τις συμμορίες που αυτοαποκαλούνται αναρχικοί και που μας χαρακτηρίζουν.

Η γκρίνια μας κάπου κάπου έτσι ανώνυμα και απροσδιόριστα έπιασε τόπο. Ακόμα κι αν δεν είπαν ότι την είδαν και την άκουσαν κάποιοι, εμείς γνωρίζουμε ότι βρήκε έδαφος, δόθηκε η αφορμή να συζητηθεί η γκρίνια με άλλους όρους. Και ο λόγος αυτός απευθυνόταν εσωτερικά και στα σημεία που θα έβρισκε τόπο να ακουστεί και να συζητηθεί, ακόμα κι όπου υπήρξε πλήρης διαφωνία με την γκρίνια. Ακόμα κι αυτό έχει την αξία του. Παραμένει το ερώτημα όμως ποιοί ήμασταν εμείς.

Με όλη την βλακώδη και ματαιόδοξη περιγραφή των αναρχικών ως άτομα αναρχικά θεωρήσαμε όταν ξεκινήσαμε ότι ήμασταν τέτοια και σαν τέτοια απευθυνόμασταν στους άλλους αναρχικούς. Τελικά όμως φάνηκε ότι δεν είμαστε το ίδιο. Φάνηκε ξεκάθαρα ότι “αν” κάποιοι από εμάς θεωρούν ότι είναι αναρχικοί τότε δεν μπορεί να είναι οι άλλοι. Εκφωνήθηκε από κάποιους από εμάς ότι αρνούμαστε την ταυτότητα του αναρχικού ή μπήκε υπό όρους ότι να φύγουν αυτοί για να μπορέσουμε εμείς να πούμε ότι είμαστε αναρχικοί, αλλά δεν δεχόμαστε να μοιραστούμε με αυτούς αυτή την ταυτότητα.

Βέβαια ό τρόπος σκέψης, της κριτικής ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση, ή αυτό που κάποιοι θεωρούν ως αριστερή ηθική, παραμένει, δεν άλλαξε.

Απλά κάποιοι από εμάς αποφάσισαν να σκίσουν αυτήν την ταυτότητα μια για πάντα. Δεν έχει γι αυτούς νόημα. Όχι μόνο αξιοπρέπεια δεν θα βρεθεί με αυτή την ταυτότητα αλλά χάνεται και τμήμα του αυτοσεβασμού. Και είναι και οι άλλοι από εμάς που ασχέτως τι σκατά και βόθρους κρύβουμε στην ντουλάπα “μας” σαν αναρχικοί δεν δεχόμαστε κριτική απ’τα έξω και από τα πάνω. Μπορούμε μεταξύ μας να βριζόμαστε και να αλληλοσακατευόμαστε αλλά από αυτούς εκτός χορού και χώρου δεν δεχόμαστε ούτε στραβοκοίταγμα. Είναι η άλλη ηθική, πέρα από την αριστερή, σαν την ηθική της αγέλης των τσακαλιών και των λύκων. Μπορεί να τσακωθούμε για ένα μπούτι ελαφιού αλλά αν αρκούδα απειλήσει αυτόν που μας πήρε το μπούτι θα της γδάρουμε το κρανίο. Όταν η αλεπού με τα μυτερά της δόντια γδάρει έναν από εμάς τότε πονάμε όλοι. Κι αυτό δεν μπορείς ποτέ να το αισθανθείς μόνο και μόνο με την αριστερή ηθική που υιοθέτησες.

Έτσι αποφασίσαμε να μην μεταλλαχτούμε σε άλλο ζώο, διασταύρωσης λύκου με αλεπού, και δεν θα μπορούσαμε να μοιραστούμε μια κοινή στέγη για να κάνουμε κριτική στους λύκους και στα ξαδέλφια μας τα τσακάλια. Η αλεπού τον δρόμο της και ο λύκος τον δικό του. Ο καθένας με την αγέλη του όσο κακιά κι αν είναι.

Θα μας κατηγορήσουν όμως πάλι, λύκοι και αλεπούδες, για την ασέβεια και την απρέπεια της ιδιώτευσης του σπιτιού και του λόγου. Αυτός ο λόγος δεν είχε ποτέ αποδέκτη την κοινωνία, ούτε το κράτος της, ούτε τα κόμματα της. Ήταν λόγος αναρχικών προς τους αναρχικούς με μοναδικό γνώμονα την ανάκτηση κάποιας αξιοπρέπειας μέσα από αυτή την διαδικασία. Πέρασε ένας χρόνος και και δημόσια η συζήτηση δεν άνοιξε ποτέ. Παρέμεινε σαν δημόσιος μονόλογος. Και αυτό στη σφαίρα σκέψης της αναρχίας είναι απαράδεκτο.

Μετά από αυτό το τελικό κείμενο που δημοσιεύεται εδώ θα λέγαμε ότι αυτό το εγχείρημα ποτέ δεν υπήρξε, αλλά θα μπορούσε στο μέλλον υπό πιο ώριμες συνθήκες να ξαναυπάρξει με την ίδια προοπτική. Βρισκόμαστε δηλαδή στην ευχάριστη θέση να απαρνηθούμε όποιο άρθρο έχετε αναδημοσιεύσει και αναπαράγει ότι το γράψαμε εμείς. Ο λόγος είναι ότι ούτε ένα πλέον άρθρο δεν μπορούμε από κοινού να συμφωνήσουμε ότι πρέπει να δημοσιευτεί. Άρα κανένα δεν μπορεί να συνεχίζει να είναι δημοσιευμένο. Όχι γιατί ποτέ στοχεύσαμε στην απόλυτη συμφωνία των συντακτών, το αντίθετο, αλλά πλέον μιλάμε για την απόλυτη διαφωνία λύκων και αλεπούδων στο πως από κοινού θα κάνουμε κριτική στους λύκους αφήνοντας έτσι τις αλεπούδες υπερ άνω κριτικής.

Ελπίζουμε να καταλαβαίνετε, αλλά και να μην καταλαβαίνατε δεν θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε από κοινού με την απορία σας. Άρα ακόμα κι αν την έχετε δεν θα μπορούσαμε από κοινού να σας την ξεδιαλύνουμε.

Και τι πιο αναρχικό από το να βάζεις μπουρλότο και να καις, να τινάζεις στον αέρα, ακόμα και τα ίδια σου τα οικοδομήματα όταν κρίνεις ότι δεν αποτελούν κομμάτι της λύσης αλλά κομμάτι του προβλήματος.